Ύστερα από είκοσι χρόνια και το φετινό remake του πρωτοτύπου, η Capcom επέλεξε να δώσει συνέχεια στο Bionic Commando.
Στο multiplayer ο παίκτης δεν μπορεί να εκτοξεύει αντικείμενα σε άλλους προς διατήρηση κάποιας ισορροπίας.
Στο multiplayer ο παίκτης δεν μπορεί να εκτοξεύει αντικείμενα σε άλλους προς διατήρηση κάποιας ισορροπίας.
Τα γραφικά ικανοποιούν συστηματικά, όπως συμβαίνει πλέον με οποιονδήποτε τίτλο της Capcom.
Τα γραφικά ικανοποιούν συστηματικά, όπως συμβαίνει πλέον με οποιονδήποτε τίτλο της Capcom.
Αν και το shooting είναι φειδωλό και αποτελεσματικό, δεν αφήνει την εντύπωση ότι έχει ειδικό βάρος.
Αν και το shooting είναι φειδωλό και αποτελεσματικό, δεν αφήνει την εντύπωση ότι έχει ειδικό βάρος.
Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει για άλλη μια φορά το βάθος του portfolio της Capcom αλλά και τη σωφροσύνη της στην εκ περιτροπής αξιοποίηση των περισσοτέρων IPs που κατέχει.
Το Bionic Commando, όπως και το Street Fighter IV, δεν αναπτύχθηκαν εσωτερικά αλλά από τρίτη, στην προκειμένη περίπτωση, δυτική εταιρία. Πρόκειται για το επόμενο βήμα της Capcom στο δυτικού τύπου πείραμα του Keijin Inafune και το ερώτημα είναι ένα: Λειτουργεί σε όλες τις περιπτώσεις η ίδια συνταγή;
Το Bionic Commando στηρίζεται σε τυπικές δικαιολογίες και όχι στο βάθος του. Πρωταγωνιστής παραμένει ο Nathan “Rad” Spencer, ενώ εμφανίζεται ξανά ο Super Joe ο οποίος τον κατευθύνει και τον βοηθά. Ο Rad, στα χρόνια που πέρασαν βρέθηκε στη φυλακή επειδή αγνόησε διαταγές και αποστάτησε, αλλά τώρα επανέρχεται, πιο κυνικός, επειδή η βοήθειά του είναι απαραίτητη ύστερα από ένα φοβερό τρομοκρατικό χτύπημα που μετέτρεψε την Ascension City σε ραδιενεργή παγίδα.
Διάλογοι, πλοκή και εκτέλεση αυτών δεν προσπαθούν να ξεφύγουν από τα πλαίσια οποιασδήποτε ταινίας με τον... Chuck Norris. Δεν ίσχυε βέβαια κάτι διαφορετικό για τον πρωτότυπο τίτλο, επομένως, κατά μία έννοια, η συνέχεια μένει πιστή στον προ εικοσαετίας πρόγονο.
Ο ήχος κινείται σε πολύ καλύτερα επίπεδα, με πολύ καλής παραγωγής μουσική που ακολουθεί και αυτή τις παραδόσεις της Capcom. Βασίζεται σε διασκευές του παλαιότερου soundtrack, γεγονός που συχνά θυμίζει themes τύπου Delta Force και Airwolf με καλύτερη ενορχήστρωση.
Η ουσία του Bionic Commando ανέκαθεν υπήρξε το ανελέητο level design, μια σχεδιαστική ιδιαιτερότητα που μετέτρεπε τον τίτλο σε προσχεδιασμένη άσκηση υπομονής. Η ολοκλήρωση του πρώτου τίτλου ήταν δύσκολη υπόθεση και για αυτό θεωρείτο (και θεωρείται) κατόρθωμα.
Στο νέο Bionic Commando το level design είναι το ίδιο ανελέητο. Αυτή τη φορά όμως όχι εσκεμμένα, αλλά από κακές επιλογές. Τα grapples και τα swings λειτουργούν πολύ καλά, έστω και αν απαιτείται ένας βαθμός εξοικείωσης, με τους αντίστοιχους μηχανισμούς να υποβοηθούνται από σαφές, αξιόπιστο auto aim. Η δυναμική που προσφέρει το βιονικό χέρι του Rad αφήνει από την αρχή σημαντικές υποσχέσεις. Ειδικά η πρώτη φορά που πέφτει με αυτοπεποίθηση από την οροφή ενός κτιρίου για να πιαστεί από μία δοκό, ύστερα από ελεύθερη πτώση δεκάδων ή και εκατοντάδων μέτρων, είναι απελευθερωτικά μοναδική.
Οι ανοιχτοί χώροι προσφέρονται για εντυπωσιακά άλματα και την αντίστοιχη αίσθηση ελευθερίας, δίνοντας πρώιμες υποσχέσεις για έναν εξαιρετικό open-world σχεδιασμό που αρχικά ικανοποιεί. Μετά από λίγο όμως αυτή η ελευθερία πνίγεται σε αόρατους τοίχους. Με την παράλογη δικαιολογία ότι ένας αόρατος τοίχος είναι το μόνο πράγμα που γλιτώνει τον πρωταγωνιστή από την υπολειπόμενη ραδιενέργεια, ο πρωταγωνιστής πεθαίνει σε πολλά σημεία, μετατρέποντας μια απλή, γραμμική διαδικασία σε ένα ανεξήγητο trial and error.