Η συγκυρία είναι τέτοια που δύσκολα μπορεί να της αντισταθεί κάποιος. Το Resonance Of Fate όχι μόνο κυκλοφορεί λίγο μετά τη διάθεση του Final Fantasy XIII, αλλά καταφέρνει σχεδόν τα αντίθετα από εκείνα που δίνει τελικά η πιο πρόσφατη παραγωγή της Square Enix.
Η Tri-Ace είναι μια ομάδα με ιδιαίτερες ανησυχίες, που συνήθως εκτιμούνται δεόντως από του πιο φανατικούς των JRPGs. Τις περισσότερες φορές, όχι άδικα.
Το Resonance Of Fate ξεχωρίζει σχεδόν αυτόματα με την ιδέα στην οποία στηρίζεται ο κόσμος του. Η Γη πεθαίνει και η ανθρωπότητα επιβιώνει, όπως μπορεί, σε μια κάθετη steampunk πόλη που παρακμάζει. Τα ίδια συστήματα που τη συντηρούν την καταστρέφουν αργά αλλά σταθερά. Ο κόσμος έχει χωριστεί σε τάξεις, με χαμηλή, μεσαία και υψηλή τάξη να γεμίζουν τα αντίστοιχα τμήματα της αποσυντιθέμενης πόλης-πύργου.
Οι πλουσιότεροι βρίσκονται ψηλότερα, οι φτωχότεροι στα βάθη, έρμαια των πλασμάτων που γεννά η εκδικητική φύση και η μεσαία τάξη αποτελεί το συνδετικό κρίκο των δύο. Σε αυτή ανήκουν οι τρεις ήρωες του Resonance Of Fate. Δραστηριοποιούνται ως μισθοφόροι που λύνουν ή εξαφανίζουν τερατώδη προβλήματα, κατά τις προσταγές και τις πληρωμές των πλουσίων.
Στον steampunk κόσμο του Resonance Of Fate δεν υπάρχει μαγεία και σίγουρα δεν υπάρχει ανάγκη για σπαθιά, τόξα και δόρατα. Τα πυροβόλα όπλα είναι ο ένας πρωταγωνιστής και τα ακροβατικά ο άλλος. Είναι σαφές ότι τα ακροβατικά υπάρχουν περισσότερο να γεμίζουν το κενό που αφήνουν συνήθως τα εντυπωσιακά spells ή melee combos που εκτελούνται με τεράστια, χρυσοποίκιλτα όπλα που αψηφούν κάθε νόμο της φύσης αλλά και της συμβατικής αισθητικής.
Τα “gun acrobatics” λοιπόν είναι ένα τόλμημα της Tri-Ace που, όσο περίεργο κι αν φαίνεται ή ακούγεται λειτουργεί. Λειτουργεί μάλιστα πολύ καλύτερα και πιο αξιόπιστα σε σχέση με το σενάριο και τους χαρακτήρες που φαίνεται να μην έτυχαν της προσοχής που μονοπώλησε το σύστημα μάχης και εξερεύνησης.
Το Resonance Of Fate, σε κανένα σημείο, δεν επιχειρεί να κάνει εύκολη τη ζωή του παίκτη, παρότι βασίζεται σε ένα παρανοϊκά καλοφτιαγμένο αλλά εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα μάχης που αποτελεί τον πραγματικό πρωταγωνιστή και μερικές φορές δυνάστη του τίτλου.
Οι μάχες είναι turn based και, παρότι προκύπτουν τυχαία, η συχνότητα και ο χρονισμός τους δεν τις καθιστούν ενοχλητικές. Το πρόβλημα με το σύστημα μάχης έγκειται όχι τόσο στους μηχανισμούς του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται αυτοί.
Η εξερεύνηση της Basel είναι εξαιρετική σαν σύλληψη και εκτέλεση και τα side-quests σε προδιαθέτουν να επιμείνεις να αποκαλύψεις περισσότερα hexes. Κρυμμένα σεντούκια, optinal μάχες, terminals που ενεργοποιόντας τα δίνουν bonuses στη περιοχή και dungeons/πόλεις, όλο το πακέτο του αγαπημένου world map βρίσκεται εδώ και οι random μάχες διεκπερώνονται σε δευτερόλεπτα αφού αρκεί να σκοτώσεις τον leader ενός group από mobs για να τελειώσουν.
Η ιστορία είναι χωρισμένη σε chapters και καταπιάνεται με την καθημερινότητα των τριών hunters μας στην εξαθλιωμένη κοινωνία της Basel. Έχουμε πρόσβαση από την αρχή στους χαρακτήρες μας έτσι γρήγορα μας γίνονται οικείοι. Μάλιστα το παιχνίδι έχει αρκετές χιουμοριστικές σκηνές με μερικές από αυτές γεμάτες σεξιστικά υπονοούμενα δημιουργώντας μια ανάλαφρη και ευχάριστη ατμόσφαιρα κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το παρακμάζον περιβάλλον.
Για κάποιον που θα παίξει το παιχνίδι αμέσως μετά το ΧΙΙΙ θα φανούν άνοστα τα γραφικά και με το δίκιο του αφού είναι μέτρια. Εκτός αυτού, φαντάζομαι θα το εκτιμήσει περισσότερο μιας και έχεις σαφώς περισσότερα πράγματα να κάνεις.
Κρίνοντας το παιχνίδι μόνο σε σχέση με το είδος που αντιπροσωπεύει, δεν είναι για κανένα λόγο λίγο πάνω του μετρίου και προσωπικά το βρίσκω καλύτερο από το ΧΙΙΙ.