Δεν συμβαίνει συχνά σε μια εταιρία που ασχολείται πρωτίστως με το online gaming να αλλάξει ρότα και να προσφέρει μια αξιόλογη single player εμπειρία.
Και είναι ακόμα πιο δύσκολο όταν το κάνει ανήκοντας σε ένα είδος, των FPS, που έχει πολλούς βασιλιάδες. Παρόλα αυτά η DICE κάνει την εμφάνισή της με μια επαναστατική αυτοπεποίθηση που όχι μόνο τοποθετεί το Battlefield: Bad Company 2 στη λίστα με τα καλύτερα FPS που έχουν κυκλοφορήσει, αλλά καταφέρνει να εμφανιστεί πιο έξυπνο σε αρκετά σημεία από τον άμεσο ανταγωνιστή του, Modern Warfare 2.
Από την αρχή είναι φανερή η διάθεση της DICE. Μια τυπική ιστορία που αφορά ένα σούπερ-όπλο, το οποίο φυσικά δεν πρέπει να πέσει στα χέρια των λάθος ανθρώπων, είναι η πυρήνας του ταξιδιού που κάνει η ομάδα Bad Company σε όλο τον κόσμο, και μαζί της φυσικά ο παίκτης.
Εκεί όμως που κάποιος περιμένει τις κλασικές Αμερικάνικες ατάκες, τους προβλέψιμους διαλόγους και τους στερεότυπους χαρακτήρες, το Bad Company 2 εκπλήσσει. Όχι απαραίτητα επειδή ξεφεύγει από τα παραπάνω, αλλά επειδή προσδίδει μια γοητεία σε κάθε στιγμή, κάνοντας τον παίκτη να αισθάνεται άνθρωπος μέσα στο χαμό.
Το χιούμορ, η αμφιβολία, ο φόβος και το θάρρος των χαρακτήρων ντύνουν το gameplay διακριτικά, κρατώντας τα προσχήματα εκεί που πρέπει και αποφεύγοντας τις μεγαλοστομίες και τα ξεσπάσματα εθνικής φρόνησης.
Αποτέλεσμα είναι ένα σύνολο από χαρακτήρες που αποδίδει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και πειστικές σχέσεις, όπως και ένα σενάριο που γοητεύει με την απλότητά του και τον εύστοχο ρυθμό του, πολύ πιο αποτελεσματικό από τα «δωμάτια δράσης» του Modern Warfare 2.
Αναμενόμενα, αυτό μεταφέρεται αυτούσιο και στο gameplay.
Οι μηχανισμοί του Bad Company 2 βασίζονται φυσικά στην πιο εξελιγμένη μηχανή καταστροφής περιβάλλοντος που υπάρχει, δημιουργώντας σκηνές που κόβουν την ανάσα. Η καταστροφή ενός φράκτη, μίας πόρτας, ενός μέρους του κτιρίου που κρύβει τους ελεύθερους σκοπευτές ή ενός ολόκληρου πολεμικού πύργου συμβαίνουν δίχως την πεπαλαιωμένη τεχνική των scripted sequences.
Αυτόματα ο παίκτης παίρνει την αίσθηση ότι ο περίγυρός του είναι ζωντανός, ζυγίζοντας την αντοχή κάθε κρυψώνας σε κάθε βήμα. Η δράση είναι έντονη και ποικίλει, το πεδίο μάχης μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια του παίκτη, οι επιλογές του επίσης, προσφέροντας μια δυναμική εμπειρία που μπορεί εν μέρει να συγκριθεί με τη σειρά Halo.
Βέβαια, το Bad Company 2 θαυμάζει περισσότερο το Modern Warfare από ότι τον τίτλο της Bungie, μιας και ακολουθεί μια πιο στατική πορεία, δίχως μεγάλη ελευθερία κίνησης στο χώρο, αν και ποτέ δεν είναι τόσο περιοριστικό όπως ο τίτλος της Infinity Ward.
Παρόλα αυτά, αυτή η ενδιάμεση θέση του αποκαλύπτει μια βασική αδυναμία, το A.I. Εκεί που το Halo δίνει ελεύθερο πεδίο και το ντύνει με εξαιρετικό A.I. και το Modern Warfare δεν το χρειάζεται καν, το Bad Company παίζει ανάμεσα στα δύο, μην πετυχαίνοντας ποτέ μια ισορροπία.