Το να σε περιμένει νέο Uncharted με την αγορά νέας κονσόλας δεν είναι μικρή υπόθεση. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για φορητή.
Σε περίπτωση που αναρωτιέστε το Uncharted είναι ο τίτλος που πρέπει να επιλέξετε αν αποφασίσετε να αγοράσετε έναν μόνο τίτλο για το ολοκαίνουριο PS Vita σας. Αυτό όμως σημαίνει αυτόματα ότι το Uncharted: Golden Abyss είναι αντάξιο της σειράς στην οποία εντάσσεται;
Tο Uncharted: Golden Abyss είναι ο πρώτος τίτλος Uncharted που δεν αναπτύσσεται από την Naughty Dog αν και μερικοί συντελεστές παραμένουν, όπως ο Greg Edmondson που προσφέρει ένα πραγματικά εκπληκτικό soundtrack.
Ο τίτλος είναι στην ουσία prequel. Με αυτόν τον τρόπο δεν περιπλέκονται πολύ τα πράγματα με το σενάριο της γνωστής πλέον τριλογίας, αλλά δίνεται και η ευκαιρία για μια περιπέτεια μικρότερης κλίμακας.
Ο Nathan Drake περιορίζεται στη Λατινική Αμερική όπου βοηθά έναν παλιό συνεργάτη, τον Dante, στην αναζήτησή του για χρυσό. Φυσικά οι αναποδιές έρχονται η μία πίσω από την άλλη. Στην αρχή βέβαια είναι δύσκολο να νοιαστεί κανείς. Η γραφή των διαλόγων και ο ρυθμός της πλοκής δεν είναι τόσο προσεγμένα όσο των άλλων τίτλων της σειράς.
Εκεί που περιμένει κανείς να πέσει με τα μούτρα στα βαθιά ενός μυστηρίου που θα τον σύρει μέχρι το τέλος του τίτλου, χρειάζεται τελικά να περιμένει μέχρι τη μέση περίπου του τίτλου ώστε να νιώσει πως κάτι μεγάλο περιμένει να αποκαλυφθεί.
Η υπόλοιπη συνταγή δεν έχει αλλάξει με το Uncharted: Golden Abyss και ο συνδυασμός platforming, shooting και γρίφων παραμένει. Τα set pieces δεν είναι το ίδιο εντυπωσιακά με αυτά των άλλων τίτλων, αλλά αυτό είναι αναμενόμενο. Ας μην ξεχνάμε ότι οι launch τίτλοι δεν είναι ποτέ ό,τι καλύτερο μπορεί να δείξει ένα σύστημα στα χρόνια που θα παραμείνει στην αγορά.
Με αυτό ως δεδομένο, είναι δύσκολο να μην εντυπωσιαστεί κανείς με όσα έχει κάνει το Bend Studio. Ναι, το frame rate δεν έχει την αξιοπιστία της Naughty Dog, αλλά το να παίζει κανείς σε φορητή κονσόλα με γραφικά που θυμίζουν το πρώτο Uncharted, είναι εμπειρία. Ακόμη και αν χάνει τη μεγάλη λεπτομέρεια σε facial expressions και animation, που έχουμε μάθει να περιμένουμε από τα μεγάλα του αδέλφια.
Συχνά ο φωτισμός εντυπωσιάζει, ο ήχος είναι παραδειγματικός για παραγωγές εντός και εκτός της φορητής αρένας και τα production values προσπαθούν απεγνωσμένα να ξεφύγουν πλήρως.
Το campaign κινείται πάνω από τις 10 ώρες και προσφέρει πολλές ευκαιρίες για να εντυπωσιαστεί κανείς σε μια οθόνη 5 ιντσών.
Ο τεχνικός τομέας, παρότι δεν είναι τέλειος, δεν είναι η πρώτη έγνοια του Bend Studio όπως φαίνεται. Υπάρχει πάντα πίεση σε ένα λανσάρισμα να αξιοποιήσει κανείς ό,τι προλαβαίνει σε ένα σύστημα.
Πουθενά αλλού δεν είναι πιο έκδηλη η προσπάθεια αυτή από το tutorial που συνοδεύει την αρχή της περιπέτειας. Θέλετε να πιαστείτε από ένα σχοινί; Μπορείτε με μοχλούς και πλήκτρα ή την touch screen. Θέλετε να κάνετε reload; Μπορείτε με πλήκτρο ή με αφή.
Θέλετε να στοχεύσετε; Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τους μοχλούς, να μετακινήσετε την κονσόλα για να αλλάζει η γωνία και να χρησιμοποιήσετε αν θέλετε το πολύ καλό auto aim lock.
Σε κάθε σχεδόν περίπτωση υπάρχει διαζευκτικό "ή". Στην ουσία δεν υπάρχει κατεύθυνση ή συγκεκριμένη άποψη για το τι είναι ιδανικό. Το platforming με την αφή κάνει για εκείνους που αγχώνονται εύκολα, με τους μοχλούς για εκείνους που έχουν συνηθίσει.
Τα QTEs έχουν αντικατασταθεί από swipes στην οθόνη και εκτείνονται από takedowns μέχρι ολόκληρα boss fights.