Πριν πάρω αη-φον είχα το Γκέημ μπόη, το original το μπεζάκι, όχι τα ψεύτικα που βγάλαν μετά τα έγχρωμα (ποιον πάνε να κοροϊδέψουνε, χρώμα και δεκάευρο, δεν τρώμε κουτόχορτο κύριοι) και τις άλλες τις πλαστικούρες με τις πολλές οθόνες (ποιον πάνε να κοροϊδέψουνε, οθόνη και κατοστάευρο, για χθεσινούς μας περάσανε;).
Το Γκέημ μπόη, εκείνη ήταν συσκευή, την έπιανες και γέμιζε το χέρι σου, το ένιωθες στα σώψυχά σου πως έπιανες κάτι στιβαρό, με τις κουμπάρες του τις ωραίες, τα A του, τα Β του, το Start του το ρομποτικό που το πατούσες και το φχαριστιόσουνα, και να τα Select, και να τα D-pad, και δώστου να βάζεις το κασετόνι, δώστου να το βγάζεις να το φυσήξεις και άντε πάλι δώστου μέσα. Ήθελε μαστοριά το φύσημα, δεν ήθελε γλώσσα γιατί έφευγαν σάλια.
Θυμάμαι υπήρχε ένας μάστορας δύο δρόμους κάτω από το σπίτι που σου επισκεύαζε και πρώτη παρτίδα από Super Mario Land. “Ο Φουρφούκης”, έτσι έγραφε στο μαγαζάκι του απ' έξω η επιγραφή, μια λαμαρίνα κρεμασμένη είχε, μη νομίζετε, δύσκολα χρόνια, δεν έπεφταν λεφτά στη βιομηχανία σαν και σήμερις.
Ήταν πνευμόνι από τα λίγα ο μπάρμπας,. Κάθε Κυριακή τρέχαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς, αραδιάζαμε τις κασέτες μας στον πάγκο του και τον κοιτούσαμε με γουρλωμένα μάτια. “Τη δικιά μου φύσα πρώτα μαστρο-Φουρφούκη!”, ξελαρυγγιαζόμασταν. “Το Zelda μου μαστρο-Φουρφούκη, είναι παιχνιδάρα!”. Σαματάς μεγάλος, καρφίτσα δεν έπεφτε στο υπογειάκι. Και όταν καταλάγιαζαν οι φωνές, έβλεπες τον μάστορα να στρίβει τη μουστάκα του, να γεμίζει το στήθος του με αέρα και να φυσάει με τέτοια μαεστρία που, μα το Θεό, δεν έχω ξαναδεί μέχρι σήμερα.
Και δυνατά, όχι αστεία. Τους πιο μικρούς τους κρατούσαν τα παιδιά της Έκτης μην πεταχτούν πίσω. Κάποιοι αληταρέοι λέγανε πως μια φορά ο μαστρο-Φουρφούκης είχε φυσήξει τόσο δυνατά, που είχε ξεβράσει δυο παιδιά στο λιμάνι και ένα Γκέημ Μπόη στο Λευκό Πύργο μπροστά. Εγώ δεν τα πίστευα αυτά, αλλά, για καλό και για κακό, γραπωνόμουν από τη μπλούζα του Κωσταντή που ήταν χοντρό παιδί και δύσκολα τον έπαιρνε το βαρομετρικό.
Άμα τελείωνε το φύσημα όλα τα παιδιά ορμούσαμε και βάζαμε τις κασέτες στα Γκεημ Μπόγια μας να τις δοκιμάσουμε. Τα κλινγκ κλινγκ που συνόδευαν το καθάριο σήμα έπεφταν βροχή και οι ενθουσιασμένες φωνές μας έκαναν το υπογειάκι παιδική χαρά. Ο μαστρο-Φουρφούκης ξανάνιωνε μαζί μας, το έβλεπες στα μάτια του. “Άιντε τώρα κωλόπαιδα, αδειάστε μου τη γωνιά!”, μας έλεγε τάχα ενοχλημένος. Εμείς ξέραμε και όσο μας έδιωχνε τόσο τον αγκαλιάζαμε. “'Αη σιχτίρ γαμώ την ψυχή σας!”, φώναζε και ένα τεράστιο χαμόγελο φώτιζε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο.
Ποτέ δε μας ζήτησε λεφτά. Για μας τους μικρούς το έκανε από την καρδιά του. Η ίδια καρδιά που τον εγκατέλειψε όταν βγήκε το άη φον...
Παλιοί φίλοι μου είπανε πως από τα UMDs και το PSP ξεκίνησε να έχει προβλήματα, αλλά ήταν χρόνια στο κουρμπέτι και καταλάβαινε τις μαλακίες όταν τις έβλεπε. Με το αη φον όμως δεν άντεξε άλλο. Αναγκάστηκε να βάλει λουκέτο στο μαγαζάκι του. Λουκέτο στην ίδια του τη ζωή... Κανείς δεν είχε πλέον ανάγκη το πνευμόνι του Φουρφούκη. Πώς να φυσήξεις σε megabytes και gigabytes; Ούτε τα ήξερε αυτά ο μάστορας, ούτε ήθελε να τα μάθει. Το θεωρούσε ξεπεσμό.
Αργά ή γρήγορα θα πέθαινε από τον καημό του, έλεγαν όσοι τον ήξεραν καλά. Για αυτό, λένε όσοι τον ήξεραν καλά1 προτίμησε να σβήσει, σαν Γκέημ Μπόη. Στιβαρός και περήφανος....
the english patient
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
1Οι ίδιοι με τους προηγούμενους.