The Girl With The Dragon Tattoo
Είναι πολύ δύσκολο σε περιπτώσεις όπως και την εν λόγω να κάνεις ουσιώδη κριτική χωρίς να κάνεις συγκρίσεις.
Αφενός γιατί η δημιουργία του David Fincher αποτελεί remake της σουηδικής ταινίας που κυκλοφόρησε το 2009 του Niels Arden Oplev και, αφετέρου, γιατί σε αντίθεση με άλλες “χολυγουντιανές” διασκευές έχουμε να κάνουμε με τον David Fincher.
Η υπόθεση του διεθνούς best-seller που έχει προκαλέσει αίσθηση έχει ως κεντρική πλοκή την ανάθεση σε έναν δαιμόνιο δημοσιογράφο (Daniel Craig) της εξιχνίασης της εξαφάνισης μίας νεαρής κοπέλας που συνέβη πριν περίπου 40 χρόνια.
Τόσο τα αίτια όσο και οι συνθήκες της εξαφάνισής της ήταν σκιώδη ενώ κύριοι ύποπτοι είναι τα μέλη της εύπορης αλλά και γεμάτης ένοχα μυστικά οικογένειας της. Στην αναζήτηση του για την αλήθεια συνδράμει και μία αμφιλεγόμενη και ανατρεπτική φιγούρα, η νεαρή χάκερ Lisbeth Salander (Rooney Mara).
Η γραφή του Zaillian ίσως απογοητεύσει τους φίλους του βιβλίου ή της αυθεντικής ταινίας καθώς δεν είναι τόσο πιστή στην απόδοση των χαρακτήρων ή της υπόθεσης. Yπάρχουν μερικές αλλαγές τόσο στη ροή της όσο και στην ίδια την πλοκή. Αυτό φυσικά αναπληρώνεται από την στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία του Fincher, η οποία είτε κινείται ευλαβικά αποδίδοντας στο φιλμ την υφή ενός πιο προσωπικού και κρυπτικού ντοκιμαντέρ είτε βυθίζεται σε μία προσπάθεια να ανασύρει σασπενς. Κάτι που πρακτικά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μία κινηματογραφική παραγωγή τόσο αχρείαστα μακροσκελή και φλύαρη.
Είναι αδύνατον να μην ομολογήσω πως εφόσον κάποιος έχει δει την ταινία του 2009 δύσκολα θα εντυπωσιαστεί από τους χειρισμούς του Fincher. Κυρίως γιατί η άποψη του στις πιο επίμαχες και σοκαριστικές σκηνές είναι απλά αδιάφορη και απρόσωπη. Το ίδιο ισχύει και για το cast, το οποίο με μία μεγάλη εξαίρεση δεν καταφέρνει να υπερκεράσει την εντύπωση που είχε κάνει το πρώτο φιλμ.
Η εξαίρεση αυτή δεν είναι άλλη από την Rooney Mara, η οποία σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δεν φοβάται να ρισκάρει να εξερευνήσει τον χαρακτήρα της Lizbeth και να την αποδώσει ελάχιστα πιο οπτιμιστικά.
Η Lisbeth της Mara αλλά και του Fincher -προφανώς- δεν είναι εγκλωβισμένη σε ένα μηδενιστικό σύμπαν αλλά σε ένα διάκενο μεταξύ του κόσμου της και του πιο πολιτικά ορθού κόσμου. Καταφέρνει να γίνει ειρωνική με πιο παιχνιδιάρικό και ανθρώπινο τρόπο από την απόμακρη και ισοπεδωτική Lizbeth της Roomi Rapace.
Αυτό δεν είναι τόσο πιστό στην ατμόσφαιρα του βιβλίου αλλά είναι μία αυθεντική πνοή που επιχειρεί να αναδείξει τη μάχιμη γυναικεία ψυχοσύνθεση έμπρακτα. Φυσικά επ’ ουδενί λόγω δεν υπονομεύει την αριστουργηματικά χαρακτηριστική ερμηνεία της Rapace, που ακόμα αποτελεί έμβλημα υποκριτικής ποιότητας.
Αν για κάτι αξίζει το εγχείρημα του Fincher ίσως είναι αυτό. Η μάχη αρσενικού θηλυκού και η ανάδυση του θηλυκού υποκειμένου μέσα από τις παθογενείς τριβές μεταξύ τους. Η πραγμάτευση δεν είναι ανώτερη από την υπό διασκευή ταινία αλλά σίγουρα είναι μία πιο απότομη τομή σε αυτό που υπονοεί το φιλμ του 2009.
Συνοψίζοντας, όσοι είδαν τη σουηδική προσαρμογή το πιο πιθανό είναι να μην σηκώσουν... φρύδι. Στην αντίθετη περίπτωση όμως θα έχουν έναν παραδοσιακό Fincher πλαισιωμένο από ένα ικανοποιητικό cast και μία Mara που θα την θυμόμαστε, πλέον, όχι για τα “καντήλια” στον Zuckerberg του Eisenberg αλλά για το γεμάτο σπιρτάδα βλέμμα της στο Κορίτσι με το Τατουάζ.
**1/2
Ρέντζιος Δημήτρης
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Για τον ίδιο λόγο, αν και έχω "ψωνίσει" την κεντρική ιδέα του βιβλίου και την ταινίας, δεν είδα ούτε την Σουηδική ταινία, παρά τις καλές κριτικές της και παρότι είμαι κινηματογραφοφάγος. Για εμένα η Αμερικανική έκδοση, ειδικά με τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη στο πηδάλιο, ήταν ένα πολύ ευχάριστο δώρο. Μάλλον θα τη δω αύριο.
Θεωρώ ότι η ταινία θα είναι αφορμή για να γνωρίσει τη σειρά ένα πολύ πιο ευρύ κοινό. Καλώς ή κακώς, τα σουηδικά αποξενώνουν τους περισσότερους.