Οι «Άλπεις» είναι μία ομάδα παροχής υπηρεσιών έναντι αμοιβής. Το περίεργο είναι το είδος της υπηρεσίας. Η ομάδα νοικιάζει τα μέλη της, καθένα από τα οποία έχει σαν κωδικό όνομα μια κορυφή της γνωστής οροσειράς, σε συγγενείς ανθρώπων που έχουν πεθάνει.
Στη συνέχεια παίζουν το ρόλο του εκλιπόντος και οι οικογένειες προσποιούνται ότι είναι οι δικοί τους. Όμως η στενή συνάφεια με τους «πελάτες» τους θα περιπλέξει την κατάσταση για κάποια από τα μέλη των «Άλπεων».
Για μια ακόμη φορά ο Γιώργος Λάνθιμος αποδεικνύει ότι είναι εκπληκτικά διαβασμένος στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Έχει αφομοιώσει βαθιά όλες τις εξελίξεις και αισθάνεται σεβασμό για τη δουλειά δημιουργών από χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Σουηδία.
Οπτικός μινιμαλισμός, παγωμένα και μουντά ως μελανά χρώματα, υπνωτικό μοντάζ αποτελούν πάγιες εικαστικές του επιλογές. Στο θεματικό τεραίν δεσπόζουν κοινωνικοί προβληματισμοί που ξεπηδούν από βαθύτατα προβληματικά άτομα, ενώ ποτέ δεν απουσιάζει το αρρωστημένο σεξ και κάποιες βίαιες εκτονώσεις.
Όλα αυτά μπορεί να δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχει συνταγή, αλλά στην πραγματικότητα το παιχνίδι παίζεται στο σενάριο που υπογράφει ο ίδιος ο Λάνθιμος με τον Ευθύμη Φιλίππου. Εκεί εντυπωσίασε στις Κάννες και εκεί εντυπωσίασε πρόσφατα και στη Βενετία. Η ιδέα, μια εξαιρετική σύλληψη γεμάτη πικρή ειρωνεία και κυνισμό, πράγματι καταφέρνει να τσιμπάει σαν ενοχλητική μύγα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας.
Η απομόνωση των ανθρώπων και η κονσερβοποίηση των σχέσεων φτάνει στο σημείο να αίρει τη μοναδικότητα του ανθρώπινου όντος, να τη θυσιάζει στο βωμό της ευκολίας και της συναισθηματικής δειλίας απέναντι στην απώλεια.
Το αποτέλεσμα είναι αμήχανα χαμόγελα και έντονος προβληματισμός που ακολουθεί το θεατή ενώ οι ήρωες καλούνται με αυστηρότητα να παίξουν τους ρόλους που τους ανατίθενται από τον αυταρχικό ηγέτη της ομάδας, που υποδύεται ο Άρης Σερβετάλης. Το ότι κανείς δεν αντιδρά σε αυτόν τον παραλογισμό (ούτε βέβαια οι συγγενείς των νεκρών) είναι μια δραματουργική υπερβολή που εξυπηρετεί άριστα το σκοπό της, μια παραδοξότητα που σοκάρει.
Και πάλι όμως λείπει η διαρθρωμένη πλοκή. Παρακολουθούμε όχι μια πορεία γεγονότων που οδηγεί σε κάποιο τέλος, αλλά μια παράθεση περιστατικών που καταλήγουν σε μια ήπια κορύφωση. Αυτή όμως είναι συνειδητή επιλογή του Λάνθιμου, αντίστοιχη με την επιλογή της «αδελφής-σκηνοθέτιδος» Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγκάρη στο Attenberg.
Ανθρώπινες φιγούρες κατακερματισμένες, εκτός κάδρου οι μισές, νοσηρό χιούμορ και επαναλαμβανόμενες φράσεις που κινούνται από το γελοίο ως το τρομακτικό κατακλύζουν το πανί. Η Παπούλια και η Labed δείχνουν την αφοσίωση και την τόλμη που απαιτούν οι περιστάσεις.
Απλώς αναρωτιέται κανείς αν το δοκιμασμένο από τους συντελεστές αυτιστικό ύφος ερμηνείας είναι τελικά απαραίτητο. Ένα φαινομενικά υγιές πρόσωπο, με τις στερήσεις και τις ψυχώσεις του λιγότερο πρόδηλες, ίσως ήταν συγκλονιστικότερο σε αυτό το περικείμενο.
Οι «Άλπεις» είναι εξίσου τολμηρές αλλά λιγότερο πρωτόγονες από τον «Κυνόδοντα», πιο απαλές στην παρακολούθηση και με ευρύτερο οπτικό πεδίο. Ξεπερνώντας λοιπόν το πυροτέχνημα του τίτλου τις απολαμβάνουμε περισσότερο, κολλημένοι πάντα στις σκέψεις που αναπόφευκτα μας δημιουργούν.
Δε γίνεται να κατηγορούμε εσαεί το Λάνθιμο για τις επιλογές του. Όχι απλώς γιατί οι ξένοι τις επιβραβεύουν, αλλά γιατί είναι πλέον φανερό ότι λειτουργούν και ότι ανοίγουν δρόμους για καίριο ελληνικό σινεμά.
****
Επαμεινώνδας Γιαννόπουλος
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Τις Άλπεις θα τις δω κι αυτές στο σινεμά γιατί ο Κυνόδοντας πραγματικά μου άρεσε και πιστεύω πως θα είναι αντάξιο.