Πέντε φίλοι κερδίζουν ανέλπιστα έναν αγώνα μπάσκετ λίγο πριν τελειώσουν το Λύκειο. Ο θάνατος του προπονητή τους γίνεται αιτία να βρεθούν, τριάντα χρόνια μετά, για να γιορτάσουν την 4η Ιουλίου.
Ο καθένας έχει πάρει διαφορετικό δρόμο και έχει πετύχει άλλα πράγματα στη ζωή του. Όλοι όμως νιώθουν ότι έχει χαθεί η αθωότητα της νεότητάς τους και αισθάνονται τα παιδιά τους απόμακρα.
Τα αστεία στιγμιότυπα που θα ξετυλιχθούν καθώς θα βρίσκονται στο σπίτι κοντά στη λίμνη θα τους φέρουν πιο κοντά και θα τους θυμίσουν τι είναι πραγματικά σημαντικό.
Η συνταγή είναι γνωστή. Μια οικογενειακή κωμωδία (αν και μεγάλο τμήμα του χιούμορ της είναι σαφώς ενήλικο και όχι με την καλή έννοια) με χαβαλέ και εύκολο μήνυμα στο τέλος.
Η ταινία του Dennis Dugan δεν παύει όμως να είναι διαφανής και η ανθρωπιά της να είναι κατασκευασμένη. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κρίμα της.
Η τεχνολογία και η αστική ζωή αποξενώνουν τους ανθρώπους, τους κάνουν νευρικούς και επιθετικούς, ενώ η επιστροφή στη φύση και την παιδική αθωότητα αναζωογονούν και δίνουν προοπτική.
Καμιά έκπληξη λοιπόν σε ένα «Τρελό Θηριοτροφείο» εν έτει 2010, όπου το slapstick συναντά την ψευδεπίγραφη συγκίνηση και ο αμερικάνικος τρόπος ζωής ευλογά τα γένια του, και μάλιστα στα αγαπημένα του σκηνικά. Το εξοχικό κοντά στη λίμνη, το υδάτινο πάρκο, το γήπεδο του μπάσκετ.
Το pacing δεν είναι κακό αλλά ο διεκπεραιωτικός χαρακτήρας της σκηνοθεσίας είναι εμφανής και έχει κατά έναν περίεργο τρόπο τη στάμπα του Sandler.
Από τη γενικότερη σεναριακή αμηχανία και έλλειψη έμπνευσης πάσχει και το τέλος. Δύο σημεία διασώζουν κάπως την κατάσταση. Το πρώτο είναι οι killer ατάκες. Θα μπορούσαν να είναι ευφυείς προσβολές που ανταλλάσσουν δύο (πολύ) ετοιμόλογοι φίλοι σας.
Εδώ η πολιτική ορθότητα πηγαίνει περίπατο δείχνοντας έτσι ότι είναι φαρισαϊκή (οι χοντροί, οι κοντοί, οι γέροι, οι άσχημοι κ.ο.κ. δέχονται απανωτές μεταφορικές τούρτες στη μούρη), ενώ δεν απουσιάζουν ούτε τα κλασικά gross out jokes.
Το δεύτερο σημείο είναι το δυναμικό ensemble cast. Πέντε καλοί κωμικοί της γενιάς τους (Sandler, James, Rock, Spade, Schneider) με διαφορετικές προσεγγίσεις στο ίδιο θέμα βγάζουν σπίθες όταν τους φέρνεις κοντά.
Όμως η απλή συνύπαρξή τους δεν αρκεί και τελικά η ταινία προστίθεται στο αμφιλεγόμενο κομμάτι της φιλμογραφίας τους.
Πραγματικά εκνευρίζομαι όταν αναφέρεται κάποιος σε μια ταινία ως «καλοκαιρινή». Και όμως, «Οι Μεγάλοι» είναι ακριβώς αυτό! Κατά πάσα πιθανότητα κανείς δεν θα τους θυμάται το επόμενο καλοκαίρι...
Αντιμετωπίστε τους σαν πασατέμπο διάρκειας εκατό λεπτών, ή έστω σαν απόπειρα tribute στις οικογενειακές κωμωδίες του 1980. Σε κάποιες στιγμές φαντάζομαι ότι θα γελάσετε.
**