Δύο αστροναύτες ξυπνούν από βαθύ ύπνο στις κάψουλες ενός εγκαταλελειμένου διαστημόπλοιου που μοιάζει να περιφέρεται ακυβέρνητο στο διάστημα. Δεν θυμούνται ούτε ποιοι είναι, ούτε ποια ήταν η αποστολή τους.
Ο πιο υψηλόβαθμος καθοδηγεί τον άλλο με ραδιοπομπό για να φτάσει στον αντιδραστήρα που τροφοδοτεί το διαστημόπλοιο με ενέργεια και είναι έτοιμος να σταματήσει να λειτουργεί. Καθώς ο νεαρός μπαίνει ολοένα και πιο βαθιά στο λαβύρινθο που είναι το εσωτερικό του σκάφους ανακαλύπτει τα φρικιαστικά του μυστικά και συνειδητοποιεί ότι η το μέλλον του ανθρώπινου γένους εξαρτάται από τον ίδιο.
Γιατί συνεχίζει ο Paul W.S. Anderson να παρενοχλεί το κινηματογραφικό είδος των ταινιών επιστημονικής φαντασίας και τρόμου; Η αλήθεια είναι ότι στο “Mortal Combat” και στο “Resident Evil” franchise τα κατάφερε καλύτερα από ότι θα τα κατάφερνε ο Uwe Boll, αλλά στην πραγματικότητα η συνταγή του λειτούργησε μία μόνο φορά στο “Event Horizon”.
Και αυτό το μέτριο sci-fi horror flick εμφανίζεται σήμερα σχεδόν σαν κλασική 90s ταινία. Στην προκειμένη περίπτωση ο Anderson αναλαμβάνει ρόλο παραγωγού και αφήνει τη σκηνοθεσία στο γερμανό Christian Alvart. Το «μαγικό» πνεύμα του όμως στοιχειώνει το film.
Ένα πλήρως ασυνάρτητο σενάριο υποκρίνεται ότι κρύβει καλά τα μυστικά του, αυτό όμως δεν είναι παρά μια φτηνή δικαιολογία για την κακή ανάπτυξή του.
Οι πρωταγωνιστές μονίμως ψάχνουν και φωνάζουν ο ένας τoν άλλον, πετώντας που και που και κανένα “pandorum” επειδή υποτίθεται ότι είναι το underlying concept της όλης ταινίας και συνάμα μια πολύ “cool” λέξη.
Είναι αμφίβολο αν κατάλαβε τελικά κανείς τι ακριβώς είναι αυτή η ψυχολογική πάθηση και γιατί διαφέρει από τις άλλες, τις κοινές διαταραχές που μας έχουν συστήσει παλαιότερες ταινίες. Το ψευδοεπιστημονικό mumbo jumbo χρησιμοποιείται για να εξηγήσει και τα εξαμβλώματα που καταδιώκουν τους ήρωες.
Η τελική ανατροπή δεν είναι άσχημη, αλλά δεν αρκεί για να διασώσει τα προηγούμενα 100 λεπτά της ταινίας. Οι δε ηθικοπλασίες είναι απλά εξωφρενικές.
Μήπως η ατμόσφαιρα καταφέρνει να σώσει την κατάσταση; Η απάντηση είναι και εδώ αρνητική, καθώς το “Pandorum” φιλοδοξεί να μεταφέρει στο θεατή την κλειστοφοβική αγωνία και το άγχος μπροστά στο άγνωστο -όπως έκανε το πρώτο “Alien”- περιορίζεται όμως στα προβλέψιμα τινάγματα, τα σκοτάδια και τα ψιθυρίσματα χωρίς κανένα λόγο. Τα λευκοφωτισμένα flashback που μας υπενθυμίζουν το ευτυχισμένο παρελθόν είναι εξίσου δυσλειτουργικά.
Μέσα σε αυτό το κλίμα δεν μπορούμε φυσικά να ζητήσουμε τα ρέστα από τους ηθοποιούς. Ο Dennis Quaid έχει οικογένεια να συντηρήσει, ο ταλαντούχος Ben Foster δεν μπορεί να λειτουργήσει ως action hero, ενώ η γερμανίδα Antje Traue κάνει τη Jovovich του “Resident Evil” να μοιάζει Meryl Streep.
Οι έτεροι του “Pandorum”, δηλαδή τα τέρατα, όχι μόνο δεν καταφέρνουν να μας ανατριχιάσουν αλλά μάλλον προκαλούν τον γέλωτα με τη αφύσικη κίνηση και τον χοντροκομμένο σχεδιασμό τους.
Πώς θα ήταν το “Dead Space” (το οποίο οι συντελεστές φαίνεται ότι αντιγράφουν σκόπιμα) αν δεν είχε αυτή την εξαιρετική σκηνοθεσία; Κάπως έτσι είναι το “Pandorum”… Το μόνο καλό του σημείο είναι το τέλος. Αυτό βέβαια δεν είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο για την Constantin Films, όταν μάλιστα μια εβδομάδα πριν έχει βγει στις αίθουσες μία περιπέτεια με ουσία όπως το “District 9”.
Δείχνει όμως ότι πλέον οι εμπορικές κινηματογραφικές παραγωγές μπορούν κάλλιστα να υπολείπονται των games, αν όχι σε σύλληψη, τουλάχιστον σε εκτέλεση.
*1/2